Σάββατο, 15 Ιουλίου 2017

Το Άγιο κάστανο

Μια φορά και έναν καιρό, σε μια όμορφη και ηλιόλουστη χώρα, εμφανίστηκε ένα μαύρο σύννεφο. Από τότε, τίποτα δεν λειτουργούσε φυσιολογικά, αφού οι άνθρωποι είχαν τρελαθεί. Ξαφνικά στην χώρα αυτή, είχε χαθεί η λογική και οι άνθρωποι άρχιζαν να κάνουν πράγματα χαζά. Ξεκίνησαν να βάζουν άχρηστους βασιλιάδες που  λεηλατούσαν την χώρα. Έπειτα, άρχισαν να χάνουν τις δουλειές  και τα σπίτια τους, αλλά αυτοί όμως, ήταν μες στην τρελή χαρά. Φανταστείτε, πως άρχιζαν να λατρεύουν τους ανθρώπους, που έβλεπαν σε ένα χαζοκούτι και τους έκαναν Θεούς.

 Μετά άρχισαν να λατρεύουν ότι έβρισκαν μπροστά τους. Ένα κάστανο εκείνο τον καιρό, είχε την τιμητική του. Η ιστορία του κάστανου έχει ως εξής: Κάποτε ήταν ένας σπουδαίος μοναχός που αγαπούσε  πολύ τον Θεό, όλη μέρα προσευχόταν και έτρωγε ελάχιστα. Μέσα στην  διατροφή του, πρώτη θέση, είχαν τα φρούτα και τα κάστανα. Έτσι λοιπόν μια μέρα, έβρασε κάστανα για να φάει, όμως ένα κάστανο διέφερε πολύ. Ήταν πιο σκούρο και πιο λαμπερό και λυπήθηκε να το φάει,  το άφησε λοιπόν στην άκρη.  Μα, μέχρι να το αφήσει κάτω, το κάστανο ίδρωνε και ξανά ίδρωνε από την αγωνία. Την άλλη μέρα, πάλι τα ίδια, το έπιασε και αφού  το είδε έτσι λαμπερό, το άφησε πάλι στην θέση του. Η καρδιά του κάστανου, πήγε να σπάσει, ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι από το πρόσωπό του, τα δόντια του τρίζαν από φόβο, μην τυχών το ρίξει στην φωτιά.  Όπως καταλαβαίνετε, αυτό ήταν ένα μαρτύριο για το καημένο το κάστανο και έτσι μάλλον θεωρήθηκε πως μιμήθηκε τους αγίους που μαρτυρούσαν και ορίστε, έγινε και αυτό, το άγιο κάστανο. 

 Σαν πέθανε ο γέροντας, έγινε Άγιος, καθώς είχε ενάρετη ζωή και κάποιοι θέλησαν να επωφεληθούν από αυτό. Έβαλαν τότε μπροστά  το πανέξυπνο μυαλό τους και ως εκ θαύματος, βάφτισαν το καημένο το καστανάκι, Άγιος Κάστανος. Μερικοί έτρεξαν να το προσκυνήσουν, χωρίς να σκεφτούν πως γίνεται ένα κάστανο να κάνει θαύματα. Νομίζω περιμένουν τον Άγιο Κάστανο να τους ρίξει ευχή και να γίνουν καλά ή να πραγματοποιήσει τις επιθυμίες τους. 

Όπως και να έχει τα πράγματα σε κάποιους έδειχναν λογικά. όπως με τους κακούργους ληστές Βασιλιάδες που έβαζαν, βάζουν και θα βάζουν μέχρι να τους αποτρελάνει σαν χώρα. Αυτά για τον Άγιο Κάστανο, και έτσι ο άγιος Κάστανος έζησε καλά, χωρίς να φαγωθεί και εμείς καλύτερα που ζήσαμε και αυτό το παράλογο. 

Θα έχουν πολλούς λόγους οι μετέπειτα γενιές να μας κοροϊδεύουν. Φανταστείτε τα γέλια τους, μέχρι και πεθαμένους θα αναστήσουν από την πολύ οχλαγωγία και όχι άδικα. 
  Για να μην παρεξηγηθώ, δεν τα έχω με τους Άγιους αλλά με τα παράλογα που σκέφτονται κάποιοι και εκθέτουν την πίστη μας.

Μύριαμ Κ. Ρόδος


Παρασκευή, 7 Ιουλίου 2017

ΟΙ ΣΚΑΝΤΑΛΙΕΣ ΤΟΥ ΚΥΡ ΜΙΧΑΛΗ

-Μωρή Ευτέρπηηη έλα έξω να σου πω τα νέα να φρίξεις
-Τι είναι κυρά Κατίνα; τι έμαθες πάλι έχουμε κανένα καλό νέο;
-Τρομερό και τρανταχτό. Άκου ο Μιχάλης της Μαρίας ξεκούτιανε τελείως, τα έφτιαξε με μια μικρούλα  από το Περού.
-Σώπα καλέ αλήθεια; μα αυτός είναι πιο μεγάλος και από τον Καραισκάκη, τι την θέλει την μικρούλα;
-Ε σου λέω μωρή ότι ξεκούτιανε, να φανταστείς θέλει να βγάλει τις μασέλες του και να βάλει φυτευτά δόντια. Είδε η γυναίκα του τα σημάδια αυτά και άλλα πολλά και άρχισε να τον παρακολουθεί. Άσε που πήρε την κολόνια της εγγονής του και λούζεται ολόκληρος με αυτή. Βρωμοκοπάει από δέκα χιλιόμετρα.
-Πω πω τι έπαθε η καημένη η Μαρία τώρα στα γερατειά.
-Και να ήταν μόνο αυτό;
-Έχει και άλλα; μα στην ηλικία αυτή σκέφτηκε να ικανοποιήσει τον ανδρισμό του;

Άκου καλά τι έκανε ο γεροξεκούτης. Είχαν στο σπίτι τους δυο γάτες που τις λάτρευαν σαν παιδιά τους, ξαφνικά τη μια την χάσανε. Η Μαρία έφαγε τον κόσμο να την βρει, έψαξε σε όλη την γειτονιά, αλλά άφαντη η γάτα της. Ψες λοιπόν καθώς έβγαζε τα σκουπίδια της, είδε μια σακούλα μέσα δεμένη καλά, με κόμπους, ούτε και εγώ ξέρω πόσους. Αυτό της τράβηξε την περιέργεια και έπιασε αμέσως το μαχαίρι να την ανοίξει. Περιττό να σου πω μωρή Ευτέρπη, το σοκ που έπαθε η γυναίκα.
-Τι είδε κυρά Κατίνα; μην σταματάς, λέγε με έφαγε η αγωνία.
-Κάτσε μωρή να πάρω τον αέρα μου. Άνοιξε που λες την σακούλα και βλέπει μέσα το δέρμα της γάτας της και τότε κατάλαβε τι έγινε. Γιατί την προηγούμενη μέρα που είχε γυρίσει από τον γιατρό, είδε τον άντρα της να μαγειρεύει. Αυτό την παραξένεψε. Αυτός δεν έβαζε ούτε ένα ποτήρι νερό, όλα στα χέρια του τα έφερνε η κακομοίρα η Μαρία. Τι κάνεις εκεί;  τον ρώτησε. Αυτός  πήρε ένα  ύφος αθώου παιδιού και  της απάντησε.  Να ένα κουνέλι άγριο μου δώσανε και μου είπαν να το  μαγειρέψω, για να μου πέσει η χοληστερίνη μου. Η Μαρία θυμήθηκε την σκηνή και κατάλαβε αμέσως  τι έγινε. Τότε έπαθε μεγάλο σοκ και άρχισε τις φωνές.  Ο γέρο ξεκούτης δεν ήταν στο σπίτι εκείνη την ώρα. Μόλις συνήλθε λίγο, έψαξε στα πράγματα του και άκουσε τι βρήκε στην σακούλα με τα φάρμακα.
-Τι, τι;

Χάπια, κάτι χάπια περίεργα. Δεν τα είχε ξαναδεί ποτέ, γιατί όλα τα χάπια αυτή του τα αγόραζε. Πάει αμέσως στον φαρμακοποιό,  τα δείχνει και ζητάει να μάθει για ποια ασθένεια είναι. Ο φαρμακοποιός όταν τα είδε έβαλε τα γέλια. Πέντε λεπτά γελούσε και απάντηση δεν έδινε, στην καημένη την Μαρία που την είχε λούσει κρύος ιδρώτας. Μα θα σταματήσεις να γελάς και να μου εξηγήσεις, που είναι το αστείο με τα χάπια; Και τότε αυτός σταμάτησε τα γέλια, ξερόβηξε και τις λέει. Αυτά κυρά Μαρία μου είναι βιάγκρα και τα παίρνει κάποιος που θέλει να ικανοποιήσει μια γυναίκα και τον εαυτό του.  Άντε πάλι τυχερή ο γέρος σου σε σκέφτηκε, της είπε ειρωνικά και άρχισε πάλι να γελά. Έλα όμως, που ο γέρος είχε να κοιμηθεί μαζί της  χρόνια. 

Τότε άρχισαν να την ζώνουν τα φίδια, πήγε σπίτι και έψαξε όλα τα πράγματά του. Ξαφνικά, έπεσε το μάτι της στο βιβλιάριο καταθέσεων, το παίρνει στα χέρια το ανοίγει και βλέπει να λείπουν έξι ολόκληρα χιλιάρικα. Αυτά ήταν όλο τους το βίος . Τα μάζευαν και τα φύλαγαν  για κάποια δύσκολη στιγμή. Η καρδιά της Μαρίας δεν άντεξε, σωριάστηκε στο έδαφος.  Για καλή της τύχη, εκείνη την ώρα έμπαινε μέσα η πρωτοκόρη της, που είδε αναστατωμένη την μητέρα της να πέφτει λιπόθυμη.  Κάλεσε αμέσως το ασθενοφόρο και την πήγε στο νοσοκομείο.
-Α! γιαυτό ήταν το ασθενοφόρο εκεί σταματημένο ε; είπε η Ευτέρπη φανερά στεναχωρημένη.

-Ναι έπαθε έμφραγμα, ευτυχώς την σκαπούλαρε και τώρα ο γερό ξεκούτης δίνει λόγο στα παιδιά του. Φαίνεται μετανιωμένος για το κακό που προκάλεσε στην γυναίκα του και αφού τους εξιστόρισε τι συμβαίνει υποσχέθηκε να μην το ξανακάνει. Παραδέχτηκε πως τα έμπλεξε με μια μικρή από το Περού και πως συνέχεια του ζήταγε λεφτά και πως αυτή τον έβαλε να φάει την γάτα, γιατί στο Περού λένε πως αν φας γάτα είναι το καλύτερο αφροδισιακό. Αυτός όμως τόσο γέρος που είναι έπρεπε να φάει όλες τις γάτες τις γειτονιάς και ήταν και δύσπεπτες οι καταραμένες, όπως τις αποκάλεσε. Τότε σκέφτηκε να πάρει τα χάπια που είδε η γυναίκα του και φανερώθηκαν οι βρωμιές του.

-Ρε τι γίνεται στον κόσμο; πως μπορεί ο άνθρωπος να ξεφύγει από τα λογικά του, είπε η Ευτέρπη και σταυροκοπήθηκε.
-Πάω τώρα να πω τα νέα και στην Αμαλία είπε η κυρά Κατίνα και έφυγε τρέχοντας, για να προφτάσει να πει πρώτη αυτή τα νέα.

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

Η ΣΟΦΙΑ ΕΜΑΘΕ ΟΤΙ ΕΙΧΕ ΚΑΡΚΙΝΟ

Η Σοφία, μια γυναίκα γύρω στα εξήντα πέντε, ψηλή, ξερακιανή  με μεγάλα εκφραστικά μάτια. Ήταν μια συνηθισμένη γυναίκα, νοικοκυρά με δύο παιδιά, που όμως έμενε μόνη της, γιατί ήταν χωρισμένη, αρκετά χρόνια. Δούλευε σκληρά, για να έχουν τα παιδιά της ένα καλύτερο μέλλον, και ποτέ δεν παραπονέθηκε γιαυτό. Αυτά, μεγάλωναν με πολύ αγάπη από την μαμά τους, που έκανε ότι μπορούσε, για να μην τους λείψει τίποτα. Η Σοφία, έκανε δυο δουλειές τελευταία, για να μπορέσει να σπουδάσει την κόρη της, ώστε να έχει μια καλύτερη ζωή. Ο πατέρας των παιδιών, είχε εξαφανιστεί και δεν ήξεραν καν που βρίσκεται. Είχε να δώσει σημεία ζωής, τουλάχιστον δέκα χρόνια.

Κάποια μέρα, η Σοφία αισθάνθηκε αδιαθεσία, ζαλιζόταν πολύ και της είχαν κοπεί τα πόδια, δεν μπορούσε να δουλέψει. Κάθισε για λίγο να ξεκουραστεί. Γιατί νόμισε, πως ήταν από την πολύ δουλειά. Η ζαλάδα όμως, συνεχιζόταν για πολλές μέρες και δεν είχε όρεξη, ούτε για φαγητό. Περνούσαν οι μέρες και οι εβδομάδες και άρχισε να χάνει κιλά. Η εργοδότρια της που το είχε προσέξει, την πλησιάζει μια μέρα και της λέει, Σοφία μου τι έχεις; είσαι άρρωστη; Εκείνη φοβούμενη μήπως χάσει την δουλειά, της έδωσε αρνητική απάντηση. Όχι καλά είμαι, απλά κουράζομαι με την δεύτερη δουλειά. Μια μέρα, καθώς καθάριζε το μαγαζί με τα ρούχα που δούλευε, έπεσε λιπόθυμη. Ο καταστηματάρχης τότε, έτρεξε κοντά της να την βοηθήσει. Η Σοφία όμως, δεν συνερχόταν και έτσι ειδοποίησε το ασθενοφόρο, να έρθει να την πάρει.

Δεύτερη ημέρα και η Σοφία, ήταν ακόμα στο νοσοκομείο, δεν την άφησαν να βγει και τις έκαναν ένα σωρό εξετάσεις. Τα παιδιά της, δεν είχαν ιδέα τι συνέβαινε στην μητέρα τους. Το ένα ήταν στο εξωτερικό για σπουδές και το άλλο φαντάρος. Εκείνη διαμαρτυρόταν και φώναζε να την αφήσουν να φύγει, μην τυχών και χάσει την δουλειά της. Δέκα το πρωί της τρίτης μέρας της στο νοσοκομείο και μετά από σχολαστικές εξετάσεις, περνάνε οι γιατροί επίσκεψη και φτάνουν στο κρεβάτι της Σοφίας. Καλημέρα της λέει, ο μεγαλύτερος σε ηλικία γιατρός. Καλημέρα απαντάει εκείνη, που ήταν έτοιμη να διαμαρτυρηθεί, για την παραμονή της μέσα στο νοσοκομείο. Όμως ξαφνικά σταμάτησε, γιατί διέκρινε το επίμονο βλέμμα του γιατρού και κάτι δεν της άρεσε. Πως νιώθεις σήμερα κυρία Σοφία; την ρώτησε ένας νεότερος γιατρός. Ήταν αυτός, που την επισκεπτόταν κάθε πρωί και της έδινε οδηγίες, για τις εξετάσεις που θα έπρεπε να κάνει. Καλύτερα γιατρέ μου, να μου πέρασε η ζαλάδα, αφήστε με να γυρίσω στην δουλειά μου, είπε με τρεμάμενη φωνή. Γιατί κατά βάθος κάτι την τρόμαζε. Ακούστε κυρία Σοφία, είπε τότε ο μεγάλος γιατρός, οι εξετάσεις σου δεν είναι καθαρές, κάτι μας δείχνει στην μήτρα και πρέπει να σε εξετάσουμε καλά. Κρύος ιδρώτας έλουσε την Σοφία, σαν άκουσε τα λόγια του γιατρού. Το κατάλαβε από καιρό, ότι κάτι δεν πάει καλά, από τα συμπτώματα, αλλά δεν έδινε ποτέ σημασία. Από πότε έχεις αιμορραγίες; της είπε με κοφτή φωνή πάλι ο γιατρός. Εκείνη κατέβασε τα μάτια της, σαν να ντρεπόταν και ψέλλισε, πριν από πέντε μήνες περίπου. Ο γιατρός κούνησε το κεφάλι, ήθελε να την μαλώσει,  μα την λυπήθηκε στην κατάσταση της. Αλλά  συνέχισε να της λέει, πρέπει να μείνεις μέσα λίγες μέρες ακόμα, ίσως χρειαστεί να κάνεις μια επέμβαση. Η Σοφία, στο άκουσμα της επέμβασης, τρομοκρατήθηκε και έβαλε τα κλάματα.

Ο γιατρός κάθισε στο κρεβάτι, και της έπιασε το χέρι. Μην φοβάσαι, αυτές οι εγχειρήσεις είναι ρουτίνα. Αυτό που έχει σημασία, είναι να κάνουμε γρήγορα την επέμβαση, για να σώσουμε την ζωή σου. Μετά ο γιατρός έκανε λίγα λεπτά παύσης, σαν να προσπαθούσε να της αφήσει χρόνο, να καταλάβει τι συμβαίνει και συνέχισε πάλι να της εξηγεί. Δυστυχώς πάσχεις από καρκίνο της μήτρας. Μα μην φοβάσαι, βιάστηκε να της πει για να την καθησυχάσει, πολλές γυναίκες νόσησαν και βγήκαν νικήτριες. Είναι ακόμα στο αρχικό στάδιο, θα τα καταφέρεις. Η γυναίκα, έμεινε αμίλητη μετά από αυτό το σοκ, δεν ήξερε τι να πει και πως να αντιδράσει. Όταν συνήλθε μετά από λίγα λεπτά, συναίνεσε να γίνει το χειρουργείο, την άλλη εβδομάδα κιόλας.


Η εγχείρηση πήγε πολύ καλά και βρισκόταν στο κρεβάτι της ακόμα κοιμισμένη από την ύπνωση, μα ένιωσε ένα χέρι να της κρατάει το δικό της γεμάτο τρυφερότητα. Άνοιξε τα μάτια της με πολύ κόπο και είδε το προσωπάκι της κόρης της, να της χαμογελάει όλο αγάπη. Η κόρη της έσκυψε και την φίλησε απαλά, σαν να φοβόταν μην την πονέσει. Σε αγαπώ μανούλα, της ψιθύρισε στο αυτί, κοιμήσου να ξεκουραστείς, εγώ θα είμαι πλάι σου να σε προσέχω. Πράγματι, μετά από μερικές μέρες η Σοφία γύρισε σπίτι, φανερά ταλαιπωρημένη αλλά χαρούμενη, που ήρθε σπίτι της ξανά.


Έπειτα από λίγες εβδομάδες άρχισε ένα κύκλο από χημειοθεραπείες. Ήταν αναγκαίες και πάλι δεν διαμαρτυρήθηκε, στο πλευρό της ήταν πάντα η κορούλα της που της έδινε κουράγιο. Όταν πέρασε και το στάδιο με τις θεραπείες άρχισε να νιώθει πια καλά και να στέκεται στα πόδια της. Είχε βάλει πείσμα, να νικήσει τον καρκίνο και να είναι πάλι η μάνα που μπορεί να στηρίξει τα παιδιά της.

Η Αλίκη όμως η κορούλα της, δεν την άφησε να ξαναπάει στην δουλειά. Έπιασε η ίδια δουλειά ενώ παράλληλα σπούδαζε και τα κατάφερνε μια χαρά. Όταν απολύθηκε και ο γιος της ο Αλέκος, τότε έγιναν ακόμα πιο εύκολα τα πράγματα. Γιατί στρώθηκε και αυτός στην δουλειά, για να μην λείψει πια τίποτα από το σπιτικό τους. Πέρασαν έξι χρόνια από την δύσκολη εκείνη ημέρα της εγχείρησης και όλα πήγαιναν μια χαρά.

Παραμονή πρωτοχρονιάς μαζεύτηκαν όλοι στο σπίτι, για να γιορτάσουν τον καινούριο χρόνο. Η κυρία Σοφία, από νωρίς έκανε του κόσμου τις ετοιμασίες. Το σπίτι ήταν στολισμένο γιορτινά και εκείνη ήταν τόσο χαρούμενη, που δεν σταμάτησε, λεπτό να τραγουδάει τα κάλαντα. Όταν επιτέλους τέλειωσε τις ετοιμασίες, χτύπησε η πόρτα, τα μάτια της φωτίστηκαν, περίμενε με μεγάλη λαχτάρα να σφίξει στην αγκαλιά της την μικρή Σοφούλα. Γιαγιά, γιαγιά, φώναξε η μικρή Σοφία. Μόλις άνοιξε την πόρτα η γιαγιά, έτρεξε αμέσως κοντά της, να απολαύσει την στοργική αγκαλιά της. Να τα πούμε; είπε και ο γιος της που στεκόταν στην πόρτα μαζί με την γυναίκα του. Περάστε μέσα παιδιά μου, είπε και δεν σταμάτησε λεπτό να χαμογελάει. Σε λίγο ήρθε και η κόρη της με τον αρραβωνιαστικό της. 

Το σπίτι γέμισε από χαρούμενες φωνές και οι μυρωδιές από τα νόστιμα φαγητά και την εξαιρετική βασιλόπιτα, μαρτυρούσαν την απόλυτη ευτυχία, που θέλει κάθε άνθρωπος σε αυτό τον κόσμο. Η κυρία Σοφία, βγήκε νικήτρια, από αυτή την μεγάλη περιπέτεια του καρκίνου. Ναι τον νίκησε, γιατί είχε μεγάλο πείσμα και αγάπη για τα παιδιά και την ζωή. Γιαυτό, τον κάθε χρόνο, τον γιόρταζαν με μεγάλη χαρά και ευγνωμοσύνη στο Θεό.

Μακάρι όλοι οι άνθρωποι να βγαίνουν νικητές και να απολαμβάνουν την οικογενειακή θαλπωρή των αγαπημένων τους προσώπων, που τόσο πολύ αγαπούν, και τους θέλουν κοντά τους. 

Καλή χρονιά, με υγεία πάνω από όλα και ευτυχία.

Μύριαμ Κ. Ρόδος

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

Τέρμα τα ανέκδοτα με τον Τοτό

Ο Τοτός πέθανε και την θέση του πήρε επάξια ο Έλληνας, που ήταν πολύ καλύτερος του. Το γιατί πήρε την θέση του, θα σας πω το παρακάτω ανέκδοτο και θα καταλάβετε και εσείς. Ήταν ένας Έλληνας που δυστυχούσε από πεινά, φτώχια και μιζέρια. Αποφάσισε λοιπόν να πάει στον πρωθυπουργό και να του διαμαρτυρηθεί. Άρχοντα μου, τα παιδιά μου πεινάνε, δεν έχω χρήματα να τα ντύσω, να τα ταΐσω και να τα στείλω στο σχολείο. Να κοίτα σήμερα έσπασα έναν κουμπαρά, δέκα χρονών, και βρήκα μόνο είκοσι ευρώ. Αυτά είναι όλο μου το βιος.

 Ο πρωθυπουργός τον άκουσε προσεκτικά, έξυσε την γενειάδα του και αφού σκέφτηκε τάχα μου για λίγο, του είπε. Πάρε αυτό το κουπόνι των 10 ευρώ να πας να αγοράσεις τρόφιμα. Από εδώ και στο εξής, κάθε δύο μήνες, θα λαμβάνεις αυτό το κουπόνι. Όσο για την ένδυση και τη μόρφωση των παιδιών σου, στο μέλλον ΘΑ τα έχεις και αυτά. Προς το παρόν, επειδή έχουμε  πολλά μνημόνια, κανε λίγο υπομονή και δώσε μου τα είκοσι ευρώ, για να τα ενισχύσουμε και να ξεχρεωθούμε. Αμέσως ο Έλληνας δίχως δεύτερη κουβέντα, του έδωσε με ευχαρίστηση το εικοσάρικο.  Χάρηκε τόσο πολύ με τα ψίχουλα και τις κίβδηλες υποσχέσεις, που έπεσε στα γόνατα και φίλησε τα ποδιά του πρωθυπουργού. 

Και έτσι έφυγε πολύ ευχαριστημένος από το μέγαρο του, παίρνοντας μαζί, το κουπόνι και ένα σάκο όνειρα. Μάλιστα όπου πήγαινε, έμπλεκε χρυσοστέφανο του πρωθυπουργού και έλεγε πως ήταν, ο πιο κάλος άνθρωπος του κόσμου. Ο πρωθυπουργός, ακόμα γελάει με την αφέλεια του Έλληνα και την διηγείται στους ξένους υπουργούς και πρωθυπουργούς, με καμάρι. Όπως καταλαβαίνετε ο Τοτός δεν μας χρειάζεται πια. Έπειτα από αυτό το συμβάν, αυτοκτόνησε. Γιατί δεν άντεξε τον ανταγωνισμό του Έλληνα.

Εμένα προσωπικά μου άρεσε ο Τοτός, γιατί με τις γκάφες του, μας έβγαζε γέλιο. Ενώ ο Έλληνας, με νευριάζει πάρα πολύ, και με κάνει να θυμώνω, με την τόση βλακεία του. 

Μύριαμ Κ. Ρόδος 

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2016

Οι άνθρωποι έχουν παράπονο από τον Θεό

Οι άνθρωποι έχουν παράπονο από τον Θεό, συνέχεια διαμαρτύρονται για τα κακά δεινά της χώρας τους ή για τις συμφορές, αρρώστιες και διάφορα άλλα προβλήματα. Κάθε μέρα βαρυγκομούν και λένε, μα τι κάνει ο Θεός; που είναι και δεν μας βοηθάει; Κανείς όμως δεν σκέφτηκε, πως και ο Θεός έχει παράπονα με τους ανθρώπους. Γιατί τον ξέχασαν και αν τον θυμηθούν, είναι μόνο για να του ζητήσουν κάποια χάρη. Τα τελευταία χρόνια μάλιστα, της υπερκατανάλωσης και τις πολυτέλειας, τον ξέχασαν εντελώς. Κανείς δεν πήγαινε στην εκκλησία, μόνο λίγα άτομα μετρημένα στα δάχτυλα και κανείς δεν προσεύχεται, όπως θα έπρεπε. Αντί γιαυτό έμαθαν τις βλαστήμιες και τον έξαλλο ρυθμό της ζωής.

Μάλιστα κάποιοι τον απαρνήθηκαν τελείως και λένε πως δεν υπάρχει και πως είμαστε δημιούργημα της φύσης ή των εξωγήινων. Που είναι η λυτή ζωή που μας έδειξε πως πρέπει να ακολουθούμε; που είναι η αγάπη για τον συνάνθρωπό μας; και που είναι η ευλάβεια και η μετάνοια στην κάθε αμαρτία; Έτσι μας δίδαξε πως πρέπει να βαδίζουμε ο Χριστός; Η αμαρτία ρέει σαν ένας τεράστιος χείμαρρος, έτοιμος να πνίξει κάθε ζωή που υπάρχει στην γη και αυτό από απερισκεψία, υπερηφάνεια και αλαζονεία του ανθρώπου. Η απληστία νίκησε τους ανθρώπους και το βλέπουμε καθημερινά. Τα έθνη θέλουν επέκταση στα σύνορα τους και σκοτώνουν χιλιάδες ψυχές, χωρίς να τις υπολογίζουν. Άνθρωποι βρώμικοι, κατασπαράζουν τις σάρκες των παιδιών, για να ικανοποιήσουν τις βρώμικες ορέξεις τους και δεν υπάρχει κανείς να τους σταματήσει. Μια αγέλη από κτήνη πλημμύρισε τον πλανήτη μας και βρωμοκοπάει δυσωδία, τέτοια που δεν μπορείς ούτε να ανασάνεις. Παντού βρωμιά, και έρχονται να ζητήσουν και τα ρέστα από τον Θεό.

Ρώτησε κανείς όμως, ο Θεός πόσα παράπονα έχει από τους ανθρώπους; Μάλλον όχι γιατί αυτό δεν βολεύει, ξέρουν ήδη την απάντηση του. Πως ζητάει κάποιος βοήθεια από τον Πανάγαθο, αφού ποτέ πριν δεν τον αναζήτησε, ούτε τον ευχαρίστησε για τα αγαθά που έχει. Μα το σπουδαιότερο κανείς δεν ακολουθεί τα χνάρια που άφησε εκείνος, στέλνοντας τον μονάκριβο υιό του για θυσία, των δικών μας αμαρτιών. Λείπει η αγάπη από τον κόσμο, το σημαντικότερο πράγμα που μας δίδαξε. Γιατί είναι τόσο δύσκολο να αγαπάει κάποιος, αν στο κεφάλι του έχει την απληστία,  την βρωμιά και το εγώ.

Ας ζυγίσουμε λοιπόν τα πράγματα, και να δούμε ποιος θα έπρεπε να έχει παράπονο και ποιος θα πρέπει να αλλάξει ζωή. 

Ίσως αν προσπαθήσουν οι άνθρωποι περισσότερο,  να καταφέρουν να έλθει στη γη και πάλι η ειρήνη  η αγάπη, και το χέρι του Θεού, που θα αγκαλιάσει ξανά τον άνθρωπο με την ίδια αγάπη.

Μύριαμ Κ. Ρόδος


Κυριακή, 27 Μαρτίου 2016

Η γιαγιά χηναρου

Μια φορά και ένα καιρό,  σε ένα μικρό νησάκι, ζούσε ένας  όμορφος νέος. Αυτός ο νέος, αγαπούσε πολύ το νησί του και δεν ήθελε να το αποχωριστεί με τίποτα. Είχε σπουδάσει καπετάνιος και ταξίδευε για πολύ καιρό στην θάλασσα, μα πάντα γυρνούσε στο νησάκι του για να ξεκουραστεί. Ένα καλοκαιράκι, είχε πάλι ξεμπαρκάρει και πήγε στο νησί του. Ήταν βράδυ και όπως συνήθιζε, πήγε στο καπηλειό της γειτονιάς του. Ήταν δίπλα στην θάλασσα και ο ήχος των κυμάτων, μαζί με τον ήχο από την τσαμπούνα που έπαιζε ο κυρ Πέτρος, έκαναν την ατμόσφαιρα,  ειδυλλιακή. Εκείνο το βράδυ, όπως ήταν απορροφημένος στις σκέψεις του, βλέπει μια  κοπέλα να βουτάει στην θάλασσα και να παίζει με τα κύματα. Ήταν λίγο σκοτεινά, αλλά το χρυσαφένιο φως του φεγγαριού, έλουζε τα μακριά ξανθιά μαλλιά της και φώτιζαν το προσωπάκι της, που έμοιαζε σαν αλάβαστρο. Σαν τέλειωσε το μπάνιο της, ντύθηκε και κίνησε για το σπίτι της. Πέρασε δίπλα από το καπηλειό, καθώς μόνο αυτός ο δρόμος υπήρχε. Μόλις την είδε ο Φοίβος, αυτό ήταν το όνομα του νέου, έκανε να σηκωθεί, μα αμέσως σταμάτησε. Μια άλλη γυναίκα μεγαλύτερη, ήταν μαζί με την κοπέλα. Πέρασε από πολύ κοντά και την είδε καθαρά, ναι ήταν το ίδιο όμορφη όπως μέσα στο νερό και κάτω από το φως του φεγγαριού.

Την άλλη μέρα, ο Φοίβος ρώτησε ποια είναι και που μένει, και σαν έμαθε, άρχισε να κάνει βόλτες εκεί γύρω. Ήταν πολύ δύσκολο  για την εποχή, να πλησιάσεις μια κοπέλα και να την εκθέσεις και έτσι διακριτικά την ακολουθούσε. Ο έρωτας του Φοίβου άρχισε να φουντώνει μέσα του, μα και η Δήμητρα δεν έμεινε ασυγκίνητη, και έκανε τα πάντα να βρίσκονται μαζί έστω και για ένα λεπτό.  Κάθε μέρα που πήγαινε στο νερό, τον έβλεπε να την περιμένει. Έπειτα ο Φοίβος, σκέφτηκε ένα παιχνίδι, με τα βότσαλα της θάλασσας. Δημητρούλα της είπε μια μέρα, αν για κάποιο λόγο δεν θα μπορέσω να σε δω, θα σου αφήνω ένα βότσαλο της θάλασσας και θα συμβολίζει κάτι. Το σ΄ αγαπώ, συνέχισε να λέει, θα είναι ένα ροζ βοτσαλάκι και της έδωσε ένα ροζ βότσαλο για να το θυμάται. Όταν θέλω να σε συναντήσω, θα σου αφήνω ένα ασπρόμαυρο πετραδάκι. Το λευκό με περίεργες γαλάζιες γραμμές, θα πει σε σκέφτομαι και μου λείπεις. Με τον τρόπο αυτό ο Φοίβος έφτιαξε ολόκληρο κώδικα επικοινωνίας. 

Μια μέρα, το πήρε απόφαση να πάει στο σπίτι της Δήμητρας και να την ζητήσει και έτσι μετά από λίγο καιρό, παντρεύτηκαν και εκπλήρωσαν επιτέλους τον μεγάλο έρωτα τους. Σε λίγους μήνες, ο Φοίβος έφυγε στα καράβια για δουλειά και όταν γύρισε, η γυναίκα του είχε γεννήσει ένα όμορφο κοριτσάκι. Έτσι περνούσε ο καιρός, με τον Φοίβο να ταξιδεύει και να γυρίζει μετά από καιρό στην αγκαλιά της αγαπήμενης του  γυναίκας και κοντά στην κορούλα του, που μεγάλωσε πια και έγινε κοτζάμ γυναίκα. 

Ένα χειμωνιάτικο βράδυ, η Δημητρούλα ξύπνησε μούσκεμα στον ιδρώτα, ένα κακό όνειρο την έκανε να τρέμει. Άρχισε να σταυροκοπιέται, Θεέ μου κάτι κακό συμβαίνει στον άντρα μου, άρχισε να λέει και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Δεν έκλεισε μάτι όλη την νύχτα από τις σκέψεις και τον φόβο. Όταν ξημέρωσε, περίμενε καρτερικά για ένα καλό νέο, μα δυστυχώς, το κακό όνειρο της βγήκε αληθινό. Κυρά Δημητρούλα, φώναξε ο ταχυδρόμος, έχετε ένα τηλεγράφημα, η κυρα Δήμητρα τρέχει γρήγορα κοντά του. Μόλις διαβάζει το τηλεγράφημα σωριάστηκε κάτω λιπόθυμη.  Είδαν και έπαθαν οι γειτόνισσες να την συνεφέρουν. Μα τι έγινε κυρά Δημητρούλα; έλεγαν και ξανάλεγαν ανήσυχες οι γειτόνισσες. Κάποια πιο ψύχραιμη πήρε το τηλεγράφημα από τα χέρια της, και άρχιζε να διαβάζει. Ήταν από την ναυτιλιακή εταιρία που δούλευε ο άντρας της και έλεγε, σας πληροφορούμε, πως το καράβι Χρύσανθος βούλιαξε και χάθηκαν πέντε άντρες στα αγριεμένα κύματα, ο άντρας σας είναι μέσα στους αγνοούμενους. Η γυναίκα ήταν απαρηγόρητη, μέρα και νύχτα έκλαιγε και μοιρολογούσε,  το είδα εγώ το όνειρο και το ήξερα πως κάτι κακό έχει συμβεί. 

Πέρασε ενάμιση χρόνος και η κορούλα της παντρεύτηκε και έφυγε στην Αυστραλία. Πριν  φύγει, παρακάλεσε την μητέρα της να πάει μαζί της, μα εκείνη ούτε να το ακούσει δεν ήθελε. Δεν το κουνάω ρούπι από εδώ, της είπε κάπως αγριεμένη, και αν γυρίσει ο πατέρας σου που θα μας βρει; Η καημένη δεν το έβαζε κάτω και τον περίμενε να γυρίσει. Όταν πια έφυγε η κόρη της, η Δήμητρα έμεινε ολομόναχη και τον περισσότερο καιρό, τον έβγαζε κάτω στην θάλασσα. Μαζί της είχε και δυο χήνες, ήταν η καινούρια της συντροφιά. Τις είχε κανένα μήνα περίπου,  δώρο από την κόρη της και τις πρόσεχε σαν τα μάτια της. Όπου πήγαινε, την ακολουθούσαν οι φίλες της οι χήνες. Τα πιτσιρίκια του νησιού της έβγαλαν και παρατσούκλι, η γιαγιά χηναρού. 

Ήταν Κυριακή πρωί, η κυρά Δήμητρα είχε πάει στην εκκλησία να ανάψει κεράκι και μετά κατηφόρισε για την θάλασσα. Μαζί της είχε τις δυο χήνες της, που την ακολουθούσαν πιστά. Μπήκαν στο νερό, η κυρά Δήμητρα πήγαινε σιγά σιγά καθώς είχε γεράσει πια και δεν μπορούσε να τρέχει όπως παλιά. Κάποια στιγμή έχασε την μια χήνα και τρόμαξε πολύ. Άρχισε να την φωνάζει δυνατά, Αφρούλα Αφρούλα, έτσι την έλεγε, μα τίποτα, αυτή δεν φαινόταν πουθενά. Ήταν έτοιμη να φωνάξει βοήθεια, ώσπου την είδε ξαφνικά να έρχεται κοντά της. Δόξα τον Θεό είπε δεν πνίγηκες, μα τι είναι αυτό που κρατάς στο στόμα σου; Η χήνα την πλησίασε και η κυρά Δήμητρα έπιασε ένα βότσαλο από το στόμα της. Σαν να την χτύπησε κεραυνός, ένα βότσαλο λευκό με περίεργες γαλάζιες γραμμές. Σε σκέφτομαι, μου λείπεις, είπε σαν να διάβαζε κάτι, έπειτα φώναξε δυνατά,  με σκέφτεται με σκέφτεται ο Φοίβος μου και άρχισε να κλαίει χαρούμενη. Την άλλη μέρα η Αφρούλα βούτηξε πιο βαθιά και πάλι της έφερε πάλι ένα βότσαλο. Αυτή την φορά της όμως, έφερε ένα ροζ βοτσαλάκι και η κυρά Δήμητρα άρχισε να το φιλάει συνέχεια, με αγαπάει είπε και γέλασε χαρούμενη. Έπειτα πήγε σπίτι και φύλαξε καλά το βοτσαλάκι. Αυτό, συνεχίστηκε για καιρό, μάλιστα κάποια φορά που είχε πάει βράδυ στην θάλασσα, είδε μια φωτισμένη σιλουέτα να κάνει γύρους δίπλα της και κάτι παράξενα φώτα συνόδευαν την περίεργη αυτή φιγούρα. Η κυρά Δήμητρα ήταν πια σίγουρη, ο Φοίβος της ήταν εκεί και  περίμενε κάθε μέρα για να την δει. 

Το μαύρο κουτί στο εικονοστάσι είχε γεμίσει από διάφορες πετρούλες και η γριούλα  κάθε βράδυ,  έβγαζε τα βοτσαλάκια και τα φιλούσε. Ο Φοίβος είχε βρει τρόπο να επικοινωνεί με την γυναίκα του,  για να μην στεναχωριέται. Πράγματι η γριούλα, κάθε μέρα έριχνε και αυτή ένα βότσαλο με διάφορα συνθήματα και μετά από λίγο, λάμβανε το δικό της μήνυμα, που της έδινε μεγάλη χαρά και ελπίδα, πως θα αντάμωνε και πάλι κάποια μέρα με τον Φοίβο της.Ένα Κυριακάτικο πρωινό, πήγε από τα χαράματα στην Θάλασσα, έβρεχε πολύ, μα δεν την ένοιαζε. Βούτηξε ξανά στην θάλασσα μαζί με τις χήνες της, και η αγαπημένη της Αφρούλα της έφερε την πολυπόθητη ασπρόμαυρη πετρούλα. Το πρωί Βρήκαν την κυρά Δήμητρα χαμογελαστή, να κοιμάται στον αιώνιο ύπνο, ευτυχισμένη.  Και έτσι έζησε αυτή καλά, που αντάμωσε τον αγαπημένο της,  και εμείς καλύτερα που η γιαγιούλα  συνάντησε,  επιτέλους τον αγαπημένο της. 

Μύριαμ Κ. Ρόδος

Κυριακή, 20 Μαρτίου 2016

Η μαγική άμαξα

Μια φορά και ένα καιρό, σε ένα πολύ μικρό νησί την Σύμη, υπήρχε μια μαγική άμαξα. Το άλογο στην ουσία ήταν μαγικό, γιατί αυτό εκπλήρωνε τις επιθυμίες των ανθρώπων. Όμως κατά ένα περίεργο τρόπο οι επιθυμίες των μεγάλων δεν εκπληρωνόταν, μόνο τα παιδιά έβλεπαν τις επιθυμίες τους να γίνονται αληθινές. 


Μια  μέρα, μπήκαν δυο παιδιά πάνω στην άμαξα. Το ένα ο Γρηγόρης, έτσι έλεγαν το παιδί, ευχήθηκε να το πάει μια βόλτα ψηλά στα σύννεφα, και ως δια μαγείας, βρέθηκε πολύ ψηλά. Στην αρχή, φοβήθηκε λίγο το ύψος, μα μετά όπως έβλεπε τις όμορφες εικόνες, με τα σύννεφα να τρέχουν και να να κυνηγούν το ένα το άλλο, μαγεύτηκε από την τόση ομορφιά και ξεθάρρεψε. Μερικά συννεφάκια είχαν κιτρινωπό χρώμα, γιατί ο ήλιος έριχνε τις ακτίνες του πάνω τους και τα χρωμάτιζε. Άλλα πάλι  είχαν γκρίζο χρώμα, γιατί είχαν πολύ νερό μέσα τους. Αλλά αυτό που τον μάγεψε, ήταν εκείνα τα σύννεφα που έκαναν την τέλεια απόχρωση του πορτοκαλί και του ροζ. Αφού είδε όλα τα σύννεφα του κόσμου, η άμαξα κατέβηκε και πάλι στην γη. 


Έπειτα μπήκε το άλλο παιδί ο Αχιλλέας, εκείνο ευχήθηκε να τον πάρει στον κόσμο του παραμυθιού. Με μιας η άμαξα άρχισε να σηκώνεται ψηλά, πολύ ψηλά και σε λίγο έφτασαν σε μια μικρή πόλη. Όλα ήταν μικροσκοπικά, τα σπίτια τα δέντρα, ακόμα και οι άνθρωποι, ίσα που φαινόντουσαν. Όταν είδαν τα ανθρωπάκια τον μικρό Αχιλλέα, άρχισαν να τρέχουν πανικόβλητα, γίγαντας, γίγαντας, φώναζαν και έτρεχαν να κρυφτούν. Το καημένο το παιδί τα έχασε, μα δεν ήρθα να σας κάνω κακό, είπε και άρχισε να κλαίει. Τα δάκρυα του, έσκαψαν την γη και αμέσως έγινε μια μεγάλη λίμνη. Ένας πιο θαρραλέος, μικροσκοπικός άνθρωπος, τον πλησίασε και του είπε, μην κλαις γίγαντά μου, θα μας πλημμυρίσεις και θα πνιγούμε. Μα γιατί με φοβάστε; εγώ απλά ήρθα να σας δω. Ο μικροσκοπικός άνθρωπός τότε ήρθε πιο κοντά του και του είπε, είναι γιατί δεν έχουμε ξαναδεί, τόσο μεγάλο άνθρωπο. Το παιδί κάθισε κάτω, σταμάτησε το κλάμα και άρχισε τις ερωτήσεις. Τι είναι εδώ; ποια χώρα είναι; γιατί είναι τόσο μικροί οι άνθρωποι; Το μικροσκοπικό ανθρωπάκι, πήγε ακόμα πιο κοντά του και άρχισε να του μιλάει. Είσαι στη μαγική χαρούμενη χώρα, εδώ δεν υπάρχει λύπη, ούτε θάνατος, εδώ υπάρχει μόνο η αγάπη. Όλοι οι άνθρωποι, σε αυτή την χώρα,  είμαστε σαν μια οικογένεια και βοηθούμε ο ένας τον άλλον. Σήμερα, συνέχισε να λέει το ανθρωπάκι, μας τρόμαξες λιγάκι, γιατί δεν έχουμε ξαναδεί, τόσο μεγάλο άνθρωπο. Μα φαίνεσαι, είπε πως είσαι πολύ καλός, το είδα στα μάτια σου, και λέγοντας του αυτά το ανθρωπάκι, φώναξε να έρθουν κοντά όλοι οι άνθρωποι της μαγικής χώρας. Αφού μίλησαν και έπαιξαν, κάτι καινούρια παιχνίδια με το παιδί, ήρθε η στιγμή να φύγει, τους αποχαιρέτισε  με δάκρυα στα μάτια,  και έφυγε. Έκλαψε, γιατί του άρεσε τόσο πολύ αυτή η χώρα, με τους καλούς ανθρώπους, που δεν ήθελε να φύγει. Όμως,  σκέφτηκε και είπε από μέσα του, πως όταν μεγαλώσει, θα γίνει και αυτός καλός άνθρωπος, έστω και και σε μια άλλη χώρα σαν την δική του.


Ήρθε και η μέρα, που η μικρή Μαρία θα πήγαινε βόλτα, με την άμαξα. Αυτή, είχε ακούσει τόσα πολλά για την μαγική άμαξα και ήθελε να δοκιμάσει και εκείνη, να πάει βόλτα στην νεραϊδούπολη. Το κακό ήταν, που κανένας μεγάλος δεν πίστευε τα παιδιά και νόμιζαν, πως ήταν όλα της φαντασίας τους. Οι μεγάλοι κατά έναν περίεργο τρόπο, δεν μπορούσαν να ανέβουν στην άμαξα και να πάνε όπου ήθελαν. Μερικοί για πλάκα είχαν ανέβει, αλλά η άμαξα έκανε την συνηθισμένη βόλτα, γύρω από την παραλία.


 Η Μαρία λοιπόν, φόρεσε το πιο καλό της φόρεμα, ένα ροζ και πήγε να εκπληρώσει το όνειρο της. Ήθελε με κάθε τρόπο να δει νεραϊδούλες. Μόλις πλησίασε την άμαξα, ένα φως περίεργο, φώτισε όλο τον τόπο.  Ανέβηκε πάνω με χαρά, και είπε στο άλογο, σε παρακαλώ, πάρε με στην νεραϊδοχώρα. Η άμαξα τότε σηκώθηκε πολύ ψηλά στον ουρανό και έτρεξε μέσα στον χρόνο. Σε λίγα λεπτά, άρχισε να κατεβαίνει, και τότε η Μαρία, είδε έναν απίστευτο κόσμο. Τέτοια ομορφιά δεν είχε ξαναδεί, μια νεραϊδούλα ήταν πιο πέρα, αλλά να, και άλλη και άλλη.  Μόλις είδαν το κοριτσάκι, το πλησίασαν και άρχισαν να του μιλούν.  Έπειτα για να το καλωσορίσουν, άρχισαν να χορεύουν. Χόρευαν τόσο όμορφα, που η Μαρία δεν σταμάτησε να χαμογελάει και να χτυπάει παλαμάκια. Μπράβο είστε υπέροχες, έλεγε και ξανάλεγε το κοριτσάκι. Μετά από λίγο ήρθε και η σειρά της Μαρίας να φύγει, μια νεραϊδούλα, ήρθε κοντά  και της έδωσε, ένα ζευγάρι παπούτσια. Μαρία μου της είπε, όταν μεγαλώσεις, να πας στον χορό και όταν φορέσεις αυτά τα παπούτσια, να είσαι σίγουρη, πως θα χορεύεις καλύτερα από όλα τα κορίτσια.  Γιατί είναι μαγικά. Η Μαρία, πήρε τα παπούτσια και τα έσφιξε γερά στην αγκαλιά της.  Ήταν σίγουρη, πως δεν θα τα αποχωριζόταν ποτέ, και έτσι έφυγε και εκείνη για την χώρα της, πολύ ευτυχισμένη. 


Τα παιδιά,  όλα όσα είχαν πάει με την μαγική άμαξα, βόλτα σε παραμυθένιους κόσμους, το έλεγαν στους γονείς τους. Όμως όπως ήταν φυσικό, κανείς δεν τα πίστευε. Αν, και για να τους αποδείξουν πως ήταν η φαντασία τους, πήγαιναν μαζί ως την άμαξα και το μόνο που κατάφερναν, ήταν να κάνουν, μια μικρή παραθαλάσσια βόλτα. Μόνο ένας τρελός πίστεψε τα παιδιά και σαν νύχτωσε, πήγε στην μαγική άμαξα. Μιλούσε στο άλογο, σαν τρελός που ήταν και του έλεγε, άλογο μου θέλω να με πάρεις και μένα μια βόλτα, μα δεν έχω λεφτά. Αν είχα παπούτσια, συνέχιζε να λέει στο άλογο, θα σου τα έδινα για πληρωμή, μα κοίτα, δεν έχω ούτε εγώ, και σήκωσε το πόδι του να του το δείξει. Η πατούσα του τρελού, ήταν κατάμαυρη και σκληρή, αφού όλη μέρα περπατούσε στις λάσπες και στα χώματα. Ανέβα πάνω στην άμαξα, του είπε το άλογο.  Ο τρελός, δεν ήθελε δεύτερη κουβέντα, ούτε αναρωτήθηκε, πως ήταν δυνατόν, να μιλάει ένα άλογο; Ανέβηκε πάνω και η βόλτα του, είχε αρχίσει.  Ζήτησε να δει χιόνι, αφού στην Σύμη δεν είχε χιονίσει ποτέ, και η μαγική άμαξα, αμέσως τον πήρε,  σε έναν χιονισμένο τόπο. Αφού πέρασαν αρκετές ώρες, κατέβηκε και πάλι στην γη. Ο τρελός, χοροπήδαγε σαν κατσίκι και φώναζε, είδα χιόνι, είδα χιόνι, μα ποιος να πιστέψει τα λόγια του τρελού; κανείς. 



Έτσι συνέχιζε η μαγική άμαξα, να κάνει βόλτες και να εκπληρώνει τις επιθυμίες των παιδιών και κανενός τρελού. Γιατί, η μαγική άμαξα για να λειτουργήσει, έπρεπε αυτός που θα ανέβαινε, να έχει κρυστάλλινη και αγνή καρδιά. Δυστυχώς όμως, κανείς δεν έχει τόσο αγνή καρδιά, παρά μόνο τα μικρά παιδιά και οι τρελοί, που είναι στον κόσμο τους. Και έτσι, έζησαν όλα τα παιδιά καλά με την μαγική άμαξα και εμείς καλύτερα, που σκεφτόμαστε πως ο κόσμος μας είναι όμορφος και μαγικός,   επειδή υπάρχουν ακόμα  παιδιά.

Αν κάποτε, βρεθείτε στην Σύμη, η άμαξα, υπάρχει ακόμα, μόνο που δεν ξέρω αν θα λειτουργήσει μαγικά.  Γιατί αυτός που θα ανεβεί πάνω, πρέπει να είναι πολύ αγνός, και είναι πολύ δύσκολο στην εποχή μας αυτό. Αλλά δεν έχετε να χάσετε τίποτα, δοκιμάστε. 



 Μύριαμ Κ. Ρόδος

Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2016

Ο κακός μάγος και η πεντάμορφη

Μια φορά και ένα καιρό, σε ένα όμορφο παραθαλάσσιο νησί, ζούσε μια πεντάμορφη κοπέλα. Ήταν τόσο απλή, χαρούμενη και γεμάτο κέφι για την ζωή. Κάθε πρωί πήγαινε στην θάλασσα και μάζευε πετραδάκια, της άρεσε να κάνει διάφορα πράγματα με αυτά. Οι γονείς της την λάτρευαν καθώς και όλοι στο νησί,  είχαν να πουν μόνο καλά λόγια για το κορίτσι αυτό.  Η πεντάμορφη χαμογελαστή νησιωτοπούλα,  ξυπνούσε  πάντα με  καλή διάθεση και άρχιζε το τραγούδι. Τραγουδώντας, έκανε όλες τις δουλειές του σπιτιού. Όταν έβγαινε να ποτίσει τις τριανταφυλλιές της, όλη η γειτονιά καμάρωνε την όμορφη αηδόνα. Γιατί είχε τόσο όμορφη και μελωδική φωνή,  που καθόντουσαν με τις ώρες να την ακούσουν. 

Ένα πρωινό, τέλειωσε τις δουλειές της και κίνησε πάλι για την θάλασσα, για κακή της τύχη όμως, ένας κακός μάγος μόλις ήρθε στο νησί. Αυτός λοιπόν ο κακός μάγος, είχε ακούσει τόσα πολλά, για την ομορφιά της,  που ήθελε να την γνωρίσει. Έτσι έφτασε στο νησί για να την αντικρίσει. Μεταμορφώθηκε σε έναν όμορφο νέο και πέρασε από δίπλα της. Γεια σου κοπέλα μου, είπε και προσπάθησε να γίνει καλοσυνάτος. Η κοπέλα, έστρεψε το κεφάλι να δει ποιος την χαιρέτισε. Όταν όμως τον αντίκρισε, ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί της και τρόμαξε. Την είχε τρομάξει η κακιά του και ας ήταν καμουφλαρισμένη, εκείνη δεν μπόρεσε να την ξεγελάσει. Του ανταπόδωσε όσο πιο ευγενικά μπορούσε τον χαιρετισμό, και έφυγε με βιαστικά βήματα. Ο μάγος θύμωσε, μα γιατί δεν την θάμπωσα με την ομορφιά μου; αναρωτήθηκε.  Την άλλη μέρα, μεταμορφώνεται σε ένα ψαρά και κάθισε να την περιμένει. Όταν φάνηκε η πεντάμορφη, πήγε κοντά της και την ρώτησε, έρχεσαι κάθε μέρα εδώ κοπέλα μου; Μα η αντίδραση πάλι της κοπέλας ήταν ίδια, ρίγος και ένας αόρατος φόβος. Σχεδόν κάθε μέρα, του είπε και απομακρίνθηκε το ίδιο βιαστικά. Ο μάγος άρχισε να θυμώνει, τι στο καλό παθαίνει κάθε φορά που με βλέπει και φεύγει σαν κυνηγημένη;

Άφησε να περάσουν λίγες μέρες και αυτή την φορά εμφανίστηκε σαν ένα μικρό παιδί. Αυτό σκέφτηκε, δεν θα την τρομάξει. Όταν είδε την κοπέλα να έρχεται, πάει τρεχάτος κοντά της κρατώντας μια μπάλα. Θέλεις να παίξουμε μπάλα; καμώθηκε τάχα τον αφελή πιτσιρικά. Η κοπέλα κοντοσταμάτησε αφού είδε ένα παιδί και πήγε πιο κοντά του. Αυτό που αντίκρισε όμως την έκανε να τρομάξει περισσότερο. Ήταν ένα παιδί με διαβολικά μάτια, γιατί τα παιδιά σε αυτή την ηλικία έχουν πολύ αγνά αισθήματα και το βλέμμα τους είναι αθώο, αντίθετα με αυτό το παιδί που στεκόταν κοντά της. Μα τι είσαι εσύ; φώναξε τρομαγμένη η κοπέλα και άρχισε να τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Τότε ο κακός μάγος θύμωσε τόσο πολύ, που πήρε την δική του μορφή και μένα σάλτο, την έπιασε από το χέρι. Θέλω να σε κάνω δική μου είπε και θα σε κάνω, θα με παντρευτείς και θα φύγουμε στην χώρα μου. Η κοπέλα άρχισε να κλαίει και να τον παρακαλάει να την  αφήσει ήσυχη, αλλά αυτός δεν άκουγε τίποτα. Την πήρε με το ζόρι και την έκρυψε σε μια σπηλιά. Αν δεν πεις το ναι, εδώ θα σε αφήσω είπε να πεθάνεις.

Πέρασαν πολλές μέρες, η πεντάμορφη κοπέλα, δεν έλεγε να σταματήσει το κλάμα και αυτό νευρίασε τον κακό μάγο. Ένα πρωί της λέει, ήρθε η ώρα μου να φύγω, θα με ακολουθήσεις; Όχι ποτέ, του απάντησε εκείνη με δάκρυα στα μάτια. Προτιμώ να πεθάνω, παρά να έρθω μαζί σου. Άστραψε και βρόντηξε από τις φωνές, ο κακός μάγος. Αφού δεν θέλεις να έρθεις, σε μεταμορφώνω σε έναν άψυχο βράχο, θα παραμείνεις έτσι, σε όλη σου την ζωή, είπε και χάθηκε. Η κοπέλα έγινε ένας βράχος σε κάποιο απόκρημνο σημείο και έτσι την έχασαν όλοι οι δικοί της, που μάταια την έψαχναν. Πέρασαν έτσι πέντε χρόνια, και η κοπέλα παρέμεινε φυλακισμένη σε ένα βράχο, με μόνη παρέα τον αέρα που φυσούσε κάποιες φορές δυνατά, τον ήλιο και κανένα άγριο πουλί, που ερχόταν να κουρνιάσει στην αγκαλιά του βράχου.

Ένα πρωί, μόλις βγήκε ο ήλιος και άρχισε να ρίχνει τις ακτίνες του, στο πρόσωπο της πεντάμορφης, ακούστηκε ένας χτύπος. Μπα τι να είναι αυτό άραγε; αναρωτήθηκε η κοπέλα, σε λίγο άρχισαν να πυκνώνουν τα χτυπήματα και να δυναμώνουν. Κρίμα όμως γιατί δεν μπορούσε να γυρίσει, ούτε να σκύψει για να δει, τι ήταν αυτός ο επίμονος χτύπος. Σε λίγα λεπτά, ένιωσε ένα μεγάλο πόνο στον λαιμό, μα δεν μπορούσε να φωνάξει. Ένας άνδρας ανέβαινε στο κορμί της και σε λίγο έφτασε στο λαιμό της, όπου και την κάρφωσε βαθιά στον λαιμό. Το αίμα άρχισε να τρέχει και ο νέος τρόμαξε, μα τι στο καλό είναι τούτα; Χάιδεψε τρυφερά τον βράχο γιατί ένιωσε πως τον πόνεσε. Και τότε ξαφνικά, άρχισε να σχηματίζεται το πρόσωπο της κοπέλας. Ο νέος τάχασε, μα τι μου συμβαίνει; μήπως με πείραξε το υψόμετρο και έχω παραισθήσεις; Άρχισε να μιλάει και να απολογείται στον βράχο, συγνώμη για τον τραυματισμό, ήθελα μόνο να φτάσω στην κορυφή. Αφού χάζεψε για λίγο την κοπέλα, δάκρυα του ήρθαν στα μάτια, σαν έβλεπε το πονεμένο πρόσωπο στον βράχο. Έκλαιγε σαν μικρό παιδί, όταν άκουσε μια γυναικεία φωνή να του λέει, βγάλε με σε παρακαλώ από εδώ.


Ο νέος τότε άρχισε να ανεβαίνει γρήγορα, όχι για να φύγει, αλλά για να βρει τρόπο να βοηθήσει το παράξενο πλάσμα του βράχου. Περίμενε λέει θα ανέβω πάνω και θα σκεφτώ, να με περιμένεις θα γυρίσω να σε πάρω μαζί μου. Έτσι άρχισε να ανεβαίνει όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Όταν έφτασε στην κορυφή, μια μεγάλη έκπληξη τον περίμενε. Η πεντάμορφη κοπέλα που είδε στον βράχο, στεκόταν εκεί, με σάρκα και οστά. Επιτέλους τα μάγια έλυσαν και ελευθερώθηκε χάρη στον καλόκαρδο νέο. Σε ευχαριστώ πολύ του είπε και άρχισε να του εξηγεί τι έχει συμβεί, για να καταλάβει και εκείνος τι γίνεται. Πέρασαν μερικές ώρες και άρχισε να σουρουπώνει, τα δυο παιδιά βρέθηκαν να είναι αγκαλιασμένα. Μέσα στην μεγάλη  δυστυχία, άρχισε να γεννιέται ο μεγάλος έρωτας. Κράτα με σφιχτά, του έλεγε όλη την ώρα, η πεντάμορφη νησιωτοπούλα. Γιατί φοβάμαι, πως είναι όνειρο η λύτρωση μου.

Έλα σήκω να πάμε σπίτι, θα βραδιάσει και δεν θα βλέπουμε να γυρίσουμε. Έτσι πέρασαν από ένα στενό δρομάκι, που ήταν εκεί κοντά και γύρισαν σπίτι του νέου. Όταν ξημέρωσε η καινούρια μέρα, έτρεξαν αμέσως στο σπίτι της κοπέλας. Μόλις έφτασαν εκεί, είδαν τα λουλούδια του κήπου μαραμένα, τα παντζούρια του σπιτιού, κλειδαμπαρωμένα. Τότε η καρδιά της  σφίχτηκε σαν κόμπος από τον φόβο. Παναγιά μου φώναξε, κάτι έπαθαν οι γονείς μου και έτρεξε γρήγορα στην πόρτα. Χτυπούσε τόσο δυνατά, που όλη η γειτονιά βγήκε έξω. Μαμά, πατερούλη, φώναζε και ξαναφώναζε. Τότε άνοιξε η πόρτα και δυο γουρλωμένα μάτια την κοίταξαν. Μια μαυροφορεμένη, ταλαιπωρημένη γυναίκα, στεκόταν μπροστά της. Φανερά αδύνατη, ο πόνος και ο χρόνος, είχαν αλλοιώσει τα χαρακτηριστικά της. Εκείνη όμως, την αναγνώρισε αμέσως. Ήταν η γλυκιά μανούλα της, που αδυνατούσε να πιστέψει σε αυτό το θαύμα.  Μαμά μου, εγώ είμαι η κορούλα σου, η γυναίκα δεν άντεξε τόση χαρά και σωριάστηκε κάτω. Όταν συνήλθε, νόμιζε πως είχε δει όνειρο και κοίταζε σαστισμένη γύρω της. Εκεί κοντά της ήταν και ο άντρας της, τον οποίο έτρεξαν στη δουλειά του, για να του πουν τα καλά μαντάτα,  οι γείτονες. 

Η κοπέλα έσφιξε στην αγκαλιά της τους γονείς της και τους είπε με κάθε λεπτομέρεια, τι είχε συμβεί. Μετά, φώναξε τον νέο που της έλυσε τα μάγια με την καλοσύνη του, για να τον γνωρίσει στους γονείς της. Από την άλλη μέρα, το σπίτι,  ζωντάνεψε πάλι και άρχισε να φυτεύει τα αγαπημένα τριαντάφυλλα της, από την αρχή. Τα παράθυρα διάπλατα να μπαίνει το φως και η μητέρα τρισευτυχισμένη να καμαρώνει το βλαστάρι της. Όταν παντρεύτηκε η κόρη της, έμεινε μαζί με τους γονείς της, γιατί ήθελαν να αναπληρώσουν, τα χρόνια που έχασαν. Δεν πέρασε και πολύς καιρός από την επιστροφή της πεντάμορφης, και μια μέρα της λέει, μάνα,  έλα θέλω κάτι να σου πω. Τι είναι κόρη μου πες μου, ετοιμάσου για εγγονάκι. Τρελάθηκε από την χαρά της η γυναίκα και άρχισε πάλι να κλαίει,  από χαρά. Όταν σχόλασε ο άντρας της, μαζί με τον γαμπρό τους, έκαναν ένα γλέντι που κράτησε τρεις μέρες. Και έτσι ευτυχισμένοι, έζησαν αυτοί καλά και εμείς που μάθαμε το ευτυχισμένο τέλος, καλύτερα.

Μύριαμ Κ. Ρόδος